"The growing prominence of women in opera seria can be traced through reforms in the casting and staging of Gluck’s frequently revised treatment of the Orpheus myth. His earliest attempt in Vienna in 1762 featured the alto Gaetano Guadagni (an atypical castrato, a student of Garrick who eschewed flashy roulades and refused to acknowledge applause or encores). Seeking popularity, Gluck recast this role in 1769 with a male soprano and then, for castrato-hating Paris in 1774, a tenor. Another tenor, Valentin Adamberger, the first Belmonte in Mozart’s Entführung aus dem Serail, was featured in the Vienna recension of 1781. For all this chopping and changing, the role remained a male preserve. However, when Berlioz came to revise Orfeo/Orphée for the Paris Opéra in 1859, he reset the leading role for a contralto Pauline Viardot, and in that form it retained a place in the repertory for several decades. The line of descent from the castrati is easily drawn: Viardot’s father Manuel Garcia had sought out survivors of the tradition for his own training, and then instructed his own children in his methods. Her revival of eighteenth-century operatic arias in concert reveals how much of bel canto is a legacy from the techniques of the evirati. Her voice was said to blend tenor and soprano qualities which smacked of the hermaphroditic."
«Η αυξανόμενη προβολή των γυναικών στην όπερα σέρια μπορεί να ιχνηλατηθεί μέσα από τις αναθεωρήσεις της διανομής και της σκηνοθεσίας στη συχνά ανανεωμένη επεξεργασία του ορφικού μύθου από τον Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ. Η πρωιμότερη απόπειρά του στη Βιέννη το 1762 ανέθεσε τον ρόλο στον άλτο Gaetano Guadagni [Γκαετάνο Γκουαντάνι], έναν άτυπο καστράτο, μαθητή του David Garrick [Ντέιβιντ Γκάρρικ], ο οποίος απέφευγε τη βιρτουόζικη εκζήτηση και αρνιόταν να ανταποκριθεί στα χειροκροτήματα ή στα ανκόρ. Επιδιώκοντας μεγαλύτερη επιτυχία, ο Gluck ανέθεσε εκ νέου τον ρόλο το 1769 σε άνδρα υψίφωνο και έπειτα, για το αντι-καστρατικό Παρίσι του 1774, σε οξύφωνο. Ένας ακόμη οξύφωνος, ο Valentin Adamberger [Βαλεντίν Άνταμπεργκερ], ο πρώτος Μπελμόντε στην Αρπαγή από το Σεράι του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερμήνευσε τον ρόλο στη βιεννέζικη παραλλαγή του 1781. Παρ' όλες αυτές τις τροποποιήσεις, ο ρόλος παρέμενε αμιγώς ανδρική υπόθεση. Όταν όμως ο Εκτόρ Μπερλιόζ ανέλαβε να αναθεωρήσει τον Orfeo/Orphée για την Opéra του Παρισιού το 1859, ανέθεσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην κοντράλτο Pauline Viardot [Πωλίν Βιαρντό], και στη μορφή αυτή το έργο διατήρησε τη θέση του στο ρεπερτόριο για αρκετές δεκαετίες. Η γραμμή καταγωγής από τους καστράτους εύκολα ανιχνεύεται: ο πατέρας της Viardot, Manuel Garcia [Μανουέλ Γκαρθία], είχε αναζητήσει επιζώντες της παράδοσης για τη δική του εκπαίδευση και έπειτα μύησε τα ίδια του τα παιδιά στις μεθόδους του. Η αναβίωση από εκείνη οπερατικών αριών του 18ου αιώνα σε συναυλίες αποκάλυψε πόσο μεγάλο μέρος του μπελκάντο αποτελούσε κληρονομιά από τις τεχνικές των evirati [=ευνουχισμένων τραγουδιστών]. Η φωνή της λεγόταν ότι συνδύαζε ποιότητες οξυφώνου και υψιφώνου που θύμιζαν κάτι από την ερμαφρόδιτη φύση.»
Στο απόσπασμα ιχνηλατείται η κρίσιμη μετάβαση του ρόλου του Ορφέα από τους καστράτους στην κοντράλτο, μέσα από τις διαδοχικές αναθεωρήσεις της όπερας του Christoph Willibald Gluck Orfeo ed Euridice (1762) και της παρισινής της εκδοχής, την οποία ανέλαβε να αναπροσαρμόσει για την Opéra του Παρισιού ο Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ] το 1859, αναθέτοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Pauline Viardot [Πωλίν Βιαρντό]. Η μεταφορά του ρόλου στην κοντράλτο τεκμηρίωσε τη φωνητική και τεχνική συνέχεια ανάμεσα στους evirati [ευνουχισμένους τραγουδιστές] και τη γυναικεία βαθιά φωνή, μέσα από την παράδοση της οικογένειας Garcia [Γκαρθία] και της δικής της σχολής του μπελκάντο. Η περιγραφή της φωνής της Viardot ως συνδυασμού οξυφώνου και υψιφώνου με «ερμαφρόδιτη» χροιά αναδεικνύει την ίδια τη φύση της κοντράλτο ως φωνητικής κατηγορίας που υπερβαίνει τις παραδοσιακές διακρίσεις φύλου και επιτρέπει τη σκηνική ενσάρκωση τόσο ηρωικών ανδρικών όσο και τραγικών γυναικείων ρόλων.
Senelick, L. (2000). The Changing Room: Sex, Drag and Theatre, London & New York: Routledge, σ. 198.